Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Δεν έχουμε βρει ακόμα το κομμάτι που λείπει από την οδοντοστοιχία της γιαγιάς. Κι αν θες την γνώμη μου, αγαπητό μου ημερολόγιο , ούτε πρόκειται να την βρούμε.
Η μητέρα μου πάλι , δεν πιστεύει ότι η μητέρα της μας δουλεύει. Μα τα σημάδια είναι όλα εκεί :
Η γιαγιά μου - που έχει ακόμα τα περισσότερα από τα δόντια της - μόνη της ζήτησε « να με πάτε στον οδοντογιατρό να μου δώσει κανένα φάρμακο να μην πονάει το δόντι μου».
Κι όταν άκουσε ότι ο πόνος οφείλεται στην φθορά κάποιας «γέφυρας» που πρέπει να αντικατασταθεί, αυτή ήταν που είπε στον γιατρό «δεν θα μου πεις εσύ τί γίνεται στο στόμα μου. Άσε τα παλαβά και δώσε μου κανένα φάρμακο».
Εμείς, κάναμε το λάθος να θεωρήσουμε εγκυρότερη την διάγνωση του οδοντιάτρου /οικογενειακού φίλου και πιέσαμε την γιαγιά να συμφωνήσει. Κι αυτή με την σειρά της φρόντισε να μας βγάλει την ψυχή - και την δική μας και του γιατρού- βρίσκοντας όποια δικαιολογία μπορείς να σκεφτείς για να μην παραλάβει το ανεπιθύμητο κομμάτι.
Έξι μήνες μετά, ο οδοντίατρος μας παρέδωσε την «γέφυρα», με μάτι που γυάλιζε , λέγοντας ότι έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως και ιατρικώς δυνατό .
Εμείς την παραδώσαμε στην γιαγιά.
Κι εκείνη δεν μίλησε.
Απλά, την επόμενη μέρα, ανακοίνωσε με ύφος αδιάφορο : « την έχασα ».
Η αθώα μητέρα μου, οργάνωσε το ψάξιμο: χώρισε το σπίτι σε τομείς, όρισε ομάδες ερεύνης, κατέγραψε τις κινήσεις μας. Μέχρι τα σκουπίδια ψάχναμε με γάντια χειρουργικά . ( χα! έπρεπε να δεις τα μούτρα της γειτόνισσας αγαπητό μου ημερολόγιο , αυτής που φορά μόνο άσπρα ρούχα για να μπορεί να τα περνάει όλα από την χλωρίνη ....)
Η μόνη που παρέμεινε ατάραχη και χωρίς να ψάχνει ήταν και είναι η γιαγιά.
Προσπάθησα να ρίξω φως στο μυστήριο με μια κατ' ιδίαν συζήτηση :
« Μεταξύ μας γιαγιά, την έκρυψες επειδή δεν την ήθελες. Έτσι δεν είναι;»
« Την έχασα σου είπα »
« Καλά, ο γιατρός έχει τα μέτρα και θα φτιάξει άλλη» μπλόφαρα.
« Να κοιτάς την δουλειά σου. Μόλις μαζέψω λεφτά θα την παραγγείλω μόνη μου» . Κι ακριβώς αυτά τα λόγια με κάνουν να υποψιάζομαι πως δεν θα ξαναδούμε ποτέ την «γέφυρα» της γιαγιάς, αφού ξέρω πως δεν τίθεται θέμα χρημάτων.
Κι ενώ η μητέρα μου εθελοτυφλεί, η γιαγιά διασκεδάζει : Δεν έχει δόντια να φάει λέει τα μπιφτέκια ατμού που της συνιστά ο παθολόγος, αλλά παραγγέλνει πίτσα με έξτρα τραγανή ζύμη. Δεν θέλει ζελέ αλλά δίπλες. Και δεν σταματάει ούτε τώρα με την σαρακοστή, αγαπητό μου ημερολόγιο . Χτες βράδυ, μούδωσε χρήματα λέγοντας « Κερνάω μηλόπιττες ». Η γιαγιά μου τρελλαίνεται για τις τραγανές γεμιστές μηλόπιτες , συγκεκριμένης αλυσίδας φαστφούντ. « Αν θες γλυκό, γιατί δεν τρως χαλβά όπως όλος ο κόσμος; » τόλμησα. « Ο χαλβάς δεν είναι γλυκό » αντιγύρισε. « Στην εποχή μου ήταν βρισιά ...»